Δε μπορώ να εξηγήσω γιατί κλαίω απόψε. Κάποτε πίστευα πως ήμουν πολύ δυνατός και πως θα κατάφερνα πολλά. Θα γινόμουν ο καλύτερος. Σε κάτι. Όταν τα όνειρα σβήνουν και χάνονται, πού πάμε; Εμείς. Γιατί αυτά, βρίσκουν το δρόμο τους στα φωτεινά μονοπάτια ανθρώπων γύρω μας, άλλοτε γνωστών, άλλοτε άγνωστων. Όσο πιο έντονα λάμπει κάποιος, αυτά πάνε και κολλάνε πάνω του, προσελκύονται όπως τα έντομα στο φως και τη φλόγα. Και τα εκμεταλλεύονται. Όπως θα έπρεπε να κάνω εγώ.Αλλά εγώ ντύνομαι στα μαύρα, κατεβάζω τα παντζούρια στο σπίτι, κρύβομαι μες τη ντουλάπα και βάζω τα κλάμματα. Τα διώχνω. Ορδές τα όνειρα να ξεχύνονται απ' τις χαραμάδες και να μη μπορώ να αντιδράσω. Βάζω το κεφάλι ανάμεσα στα πόδια, κλείνω τα μάτια μου, μα δε βλέπω τίποτα το φωτεινό στο απόλυτο σκοτάδι. Νοιώθω τα πάντα να με πνίγουν να θέλω να μιλήσω, να αντιδράσω, να ακουστώ και να μη μπορώ. Αν σκάσω δε θα με νοιάξει. Αλλά πλέον, φοβάμαι να το λέω. Γιατί με πλησίασε μία φορά και δεν τον θέλω πια κοντά μου.
Διώχνοντας το θάνατο όμως δε φεύγει το βάρος που με καταπλακώνει. Μπορεί να είμαι προστατευμένος στην πελώρια πανοπλία μου, αλλά έτσι και κάποιος αγγίξει την επιφάνειά της αυτή θα πέσει, αποσαθρωμένη από τα τόσα δάκρυα που τη σκούριαζαν και την έτρωγαν όλα αυτά τα χρόνια. Το μακρύ μαύρο κουφάρι δε θα αντιληφθεί τίποτα. Έχει από καιρό παραδώσει τα όπλα, την ελπίδα για κάτι καλύτερο. Θα περιμένει ένα τελειωτικό χτύπημα για να υποκύψει. Να γίνει στάχτη μεμιάς και ας ταξιδέψει μαζί με όσα προσμονούσε σε ένα άλλο μονοπάτι. Μα κανείς δε θα το θέλει. Θα κλέψει ό,τι μπορεί και θα το πετάξει σε μια χωματερή ονείρων.
Melt me down/into big black armour/leave no trace/of grace/just in your honor[...]Once I wanted to be the greatest/two fists of solid rock/with brains that could explain/any feeling./Lower me down,/pin me in,/secure the grounds...Cat Power - The Greatest

