Τα Χριστούγεννα ήταν αφορμή να μαζευτεί το άγνωστο σόι του πατρός all together now, για να γιορτάσουμε εκτός απ' αυτά και τρία απανωτά γενέθλια και έναν "επαναπατρισμό". Αυτός ο τελευταίος, θείος εξ Αμερικής (κόβω και το κεφάλι μου πως είναι γκει, έχει κάνει και λευκό γάμο εκεί πέρα για να πάρει την υπηκοότητα - πουστιά!;) ρωτούσε διάφορα τη γιαγιά, και μένα το αυτί μου 10 έπιανε και άλλα τόσα σημείωναν τα κρινοδάχτυλά μου στο κινητό.Μ' είχε πιάσει και η όρεξη να μάθω πούθε κρατάει η σκούφια μου, γιατί το μόνο που ήξερα ήταν πως έχουμε σχέση με την Κέρκυρα. Συνειδητοποιώ μετά λύπης μου πως ενώ όλοι οι άντρες πάππου προς πάππου είχανε κάνει κάτι το σημαντικό στη ζωή τους, (ένας μάλιστα έχτισε ολόκληρο καμπαναριό κάπου στας Σέρρας που φέρει περίτρανα το μεγαλειώδες μας επώνυμο, ενώ άλλος είχε ξενοδοχείο κλασάτο όχι αστεία), οι γυναίκες ήταν άλλου παπά ευαγγέλιο. Αν προσθέσω στους χρείοντες ζουρλομανδύα και την πλευρά της μάνας μου, η λίστα γεμίζει πτέρυγα τρελοκομείου ανετότατα.
Στις λάιτ περιπτώσεις έχουμε 2 γιαγιάδες με Αλτσχάιμερ. Προχωρώντας στα πιο βαρειά, έχουμε την πρήχτρα-σχιζοφρενή-περήφανη για το γιο της-μάνα, με 2 κυρίες να συναγωνίζονται για τη δεύτερη θέση. Τη γλυκύτατη θεία-παραμυθού (που δεν έχει λεφτά αλλά λείπει τώρα κοντά μήνα στην Αγγλία - οδηγίες ψυχιάτρου/κομπογιαννίτισσας - για "να ηρεμήσει") και μια Μ, ας την πούμε Μαρία που είναι και η κουτσή. Ετούτη, περίμενε να την παντρευτεί ο Αγά-Χαν, σε κανέναν άλλον δεν το δινε, το χε ταμένο φαίνεται, αυτός, ή στρατηγός. Μόνο. Ή ήταν κόρη στρατηγού και επέμενε στα μεγαλεία; Δε θυμάμαι - με γελούν κι οι σημειώσεις μου.
Στην κορυφή που μελλοντικά θα καταλάβω εγώ, στρογγυλοκάθεται η συγχωρεμένη Σ. Προ-προ-γιαγιά. Επάγγελμα: Καπελού! Το γένος Χατζηνικολάου, αλλά μάλλον όχι του γνωστού, κρίμα να μην έχω λίγη χλίδα στο αίμα γαμώτο. Κυκλοφορούσε με το ευρωπαικό "τινίκ" φόρεμά της από Βρυξέλλες και τρίζανε τα καλντερίμια του χωριού (ή να 'τανε τα τριζόνια της εποχής στα δέντρα;). Και τι κατάλαβε η καημένη; Κατέληξε να ανεβαίνει στις σκεπές και να ντύνεται νυφούλα, αγκαλιάζοντας τον άντρα της, την καμινάδα!
Δεν είναι ν' απορείς πώς βγήκα έτσι.