Thursday, December 23, 2010

Terrible love


Όλο αυτό ξεκίνησε από ένα ψέμα. Το ένα έγινε πολλά, τόσα πολλά και τόσο εύκολα ειπωμένα που πλέον τον κοιτούσε μαγεμένη. Οι μάχες που έζησε, οι δαίμονες που πολέμησε, ο αιώνιός του αντίπαλος. Ιστορίες που αν άλλος τις αφηγούνταν θα γελούσε και θα συνέχιζε το δρόμο της. Κι όμως. Αυτός είχε κάτι το ξεχωριστό. Κι αυτή κοντοστάθηκε και κάθισε ν'ακούσει.



Το πρώτο βράδυ ήταν που της χάρισε μια καρδιά που δεν του άνηκε. Δεν ήταν στο χέρι του, ούτε στο σώμα του ακόμα, μιας και μια άλλη την κατείχε. Κι όμως, έβγαλε από μέσα του ένα ομοίωμα που έγραφε πάνω του "εσύ κι εγώ" και της το έδωσε. Ήταν γι' αυτήν το κάτι άλλο. Δε σκέφτηκε καν να κοιτάξει δεύτερη φορά, να δει πέρα απ' τη φτήνια της κόπιας που κρατούσε πια στα χέρια. Δε γνώριζε ούτε και όφειλε να ξέρει. Ακόμη.

Αυτό που σφάλισε τη συμφωνία, ήταν το πρώτο τους φιλί. Κάτω απ' τ' αστέρια, οι πλανήτες έμοιαζαν να σταματούν για λίγο να κινούνται κι ο δικός τους να δίνει όλο και περισσότερες στροφές, οι εποχές ν' αλλάζουν και η καρδιά που έκλεινε στα χέρια της έμοιαζε να πετάει. Καθώς υψώνονταν οι δυο στα σύννεφα, τα μάτια της δεν έβλεπαν πέρα απ' τη λάμψη του. Και με τη γεύση της ζάχαρης στο στόμα να της θολώνει το μυαλό, μονάχα το τυφλό φεγγάρι διέκρινε καθαρά όλα του τα ψεγάδια.

Ώσπου να φτάσουνε και πάλι τα πόδια τους στο έδαφος, τα σώματά τους είχανε προλάβει να ενωθούν με κάθε τρόπο δυνατό κι ο ήλιος έλαμπε πια κατακόκκινος. Εκείνος, ένοιωθε τυχερός. Κάθε που κοίταζε το στήθος του όμως, το χέρι της να κρύβει τα σημάδια που του άφησαν οι μάχες, θυμόταν τα λόγια που είχε ακούσει. Η καρδιά σου είναι μαύρη και δεν πρόκειται ποτέ να αγαπήσει. Ευχόταν ο ήλιος να στοχεύσει το κορμί του, να ρίξει τις ακτίνες του εκεί μέσα και να γίνει στάχτη, ελπίζοντας να αναγεννηθεί. Δεν άντεχε άλλο να διώχνει το συναίσθημα που του έλεγαν πως δε θα γνωρίσει ποτέ. Την αγκάλιασε σφιχτά και βούρκωσε.

Η κατάρα που κουβαλούσε δεν τον άφηνε να ηρεμήσει. Του είχε γίνει έμμονη ιδέα. Φοβόταν κάθε στιγμή πως θα τον ξεσκεπάσει, θα δει πέρα απ' τη σάρκα, τα μέλη του που δεν ήταν ανθρώπινα, όπως του είχαν καταλογίσει. Τη μηχανή που ζούσε για να ρουφάει κάθε τι ωραίο. Όπως είχε κάνει τότε. Οι ενοχές συνέχιζαν να τον κατατρώνε, όσες φορές κι αν είχε ζητήσει να τον συγχωρέσουν. Κι έτσι, έρημος, έρμαιος των παθών του, περιπλανιόταν χρησιμοποιώντας τα όπλα που κατείχε. Η γλώσσα του, με κάθε φθόγγο που σχημάτιζε κι εκστόμιζε είχε γίνει το ισχυρότερο ναρκωτικό, μπορούσε σε λεπτά να τις πλανέψει. Τα λόγια του, οι θρίαμβοι κι οι γνώσεις του, σπάνια ήτανε δικά του. Είχε την ανάγκη να εντυπωσιάζει, να γεμίζει αίθουσες με το εγώ του, γιατί μέσα του ένοιωθε κενός.

Εκείνη ξύπνησε και θα ξαναξυπνούσε μαζί του πολλές φορές ακόμη. Για πρώτη όμως, από τότε που τα βλέμματά τους συναντήθηκαν, εκείνος έμενε σιωπηλός, απλά να την κοιτάζει. "Μόνο για λίγο", σιγοψιθύρισε, κάνοντάς της νόημα να σιωπήσει και αυτή. Πέρασαν λεπτά που έγιναν έπειτα ώρες κι οι ώρες, ημέρες. Είχαν για συντροφιά τους ήχους τρίτων, ήχους ξένους, τη μουσική τη νύχτα που την έπιανε κι ήθελε να χορέψουν. Ο χωροχρόνος γι' αυτούς κινούνταν διαφορετικά. Στα χαρτιά, η ιστορία τους θα έμενε αξέχαστη. Κι η πορεία τους θα διέγραφε ευθεία ως τον ορίζοντα, αν δεν ήτανε πια τόσο εύθραυστος όσο φοβόταν.

Πάνω σ' αυτή την ευθεία, η σχέση τους ισορροπούσε, παρά την ανισόρροπη αυτή ανάγκη για σιωπή. Τα στόματα δυο χώρες σε πόλεμο ψυχρό, τα σώματα φλογισμένα φώτα νέον να προσελκύουν το ένα τ' άλλο. Ούτε η ιδιόρρυθμη λαχτάρα της για χορό, σα να ήταν η ίδια η ζωή εξαρτημένη απ' αυτόν, την κλόνιζε στο ελάχιστο. Με κάθε φιγούρα τα πόδια γρήγορα άλλαζαν θέσεις, με κάθε βήμα να χειρονομούν, να γράφουν τα λόγια με τις κινήσεις και πάλι να κλίνουν το κεφάλι, να γνέφουν καταφατικά και μη, λες κι ο δημιουργός τους ήξερε πως τα μάτια του ενός θα μετέφεραν την πληροφορία στον εγκέφαλο του άλλου και η γλώσσα θα αχρηστευόταν. Η δική του. Κι έτσι προκάλεσε ο ίδιος την καταστροφή του.

Ήρθε ο καιρός που θέλησε και πάλι να μιλήσει, μα οι φωνητικές χορδές της είχαν ατροφήσει και δε μπορούσε καν να θυμηθεί πώς έβγαιναν συγκεκριμένες λέξεις. Ζούσαν σα βουβά ολογράμματα. Ήθελε να τον ακούσει και εκείνον να ξαναμιλάει, να της διηγηθεί τα όσα πέρασε, μα τα χείλη του ήτανε μόνο για φιλιά. Είχε για πάντα απαρνηθεί την αφοπλιστική σαγήνη του. Τα αισθήματά της άλλαζαν κι είχαν τους πρώτους τσακωμούς τους, να τινάζει τα μέλη της σα μανιασμένη κι η μουσική που έβαζε τότε δε θύμιζε χορευτική, αλλά ιεροτελεστία, επίκληση και ψαλμωδία. Τα τύμπανα καλούσαν τους δύο τους σε μάχη και ο ρυθμός τους φόρτιζε με νεύρα. Τα πάντα μύριζαν μπαρούτι και οι εντάσεις θα ήταν αναπόφευκτες.

Την τελευταία φορά που σήκωσε το χέρι της, ήταν για να τον χτυπήσει. Προσπάθησε να βγάλει από μέσα του φωνή, την τρόμαζε όλο και περισσότερο η άρρωστη σιωπή του. Το μόνο που κατάφερε ήταν να βγάλει αίμα, να αργοκυλάει από το στόμα του, εκείνος αγέρωχος, να την κοιτάζει μες στα μάτια και να ελπίζει να τον καταλάβει. Πως αν συνέχιζε όπως παλιά, θα ζούσανε ένα ψέμα. Πως τώρα είχανε ο ένας τον άλλον πραγματικά. Και τίποτα δικό του δεν της έκανε κακό. Όταν είδε το δικό της πρόσωπο στο κόκκινο, έσκυψε το κεφάλι κι οι ώμοι της χαμήλωσαν απολογητικά. Τον ικέτευε έτσι να τη συγχωρέσει και στάθηκε εκεί, ώσπου το σπίτι άλλο να μην τους χωράει. Την επόμενη μέρα είχε φύγει.
Το αίμα πάγωσε στις φλέβες του όταν συνειδητοποίησε πως ήταν μόνος. Έβλεπε τη φιγούρα της στους χώρους, σα νά 'χε αφήσει πίσω της το πνεύμα, παίρνοντας μαζί της την καρδιά του. Έξω απ' το παράθυρο η φύση συνέχιζε να ζει σε δυάδες. Τα κλαδιά των δέντρων αγκάλιαζαν το ένα τ' άλλο κι οι εποχές περνούσαν. Αυτό που του απόμενε ήταν η σκέψη της. Κι η μουσική. Τις νύχτες του κρατούσε συντροφιά και έπιανε τον εαυτό του να χορεύει μόνος σε φάσεις σα να ήτανε μαζί. Η επιθυμία του να τη συναντήσει και πάλι φούντωνε, ώσπου δεν άντεξε άλλο και έσπασε τη σιωπή του. Και κραύγασε και ξέσπασε. Πήρε στις πλάτες του τις αναμνήσεις και ξεδίπλωσε και πάλι το μυ που άλλοτε τύλιγε κορμιά κι άλλοτε έσπαγε κόκκαλα. Αυτό του είχε απομείνει και είχε όλη τη ζωή μπροστά του. Ακόμη κι αν τα ίχνη της χάνονταν όπως εκείνα στην άμμο μιας ερήμου, θα προσπαθούσε με όλη του τη δύναμη να την ξανακερδίσει.

Κι άρχισε να μιλάει. Να μιλάει, να μιλάει με όλους και για τα πάντα. Να ρωτάει για κείνη και τα βήματά της. Σα νομάς περπατούσε στους δρόμους μες τις πόλεις, τα κτίρια να ορθώνονται απ' όλες τις μεριές κι έπειτα έξω απ' αυτές, τριγύρω φύση κι ερημιά. Τα γόνατά του δε λύγιζαν, ακόμη κι όταν τα πόδια του σταμάτησε κάθε ύφασμα να τ' αγκαλιάζει. Έψαχνε και ρωτούσε και δε σταματούσε να μιλάει, μήπως κι η φωνή του φτάσει και πάλι τα αυτιά της και καταφέρει με τις ίδιες νότες να τη φέρει πίσω. Και η φωνή του αντηχούσε σε κάθε επιφάνεια και ο αέρας τη μετέφερε στα πέρατα του κόσμου της. Και σα τυφώνας σηκώθηκε με βία ψηλά και σάρωσε την κάθε περιοχή. Μια βοή δυνατότερη από σειρήνα. Μα πάλι δεν ήταν αρκετό. Και ζήτησε τη δύναμη να μεγαλώσει σαν τα δέντρα που αγγίζουνε τον ουρανό, να γίνει από όλους πιο ψηλός, να γίνει γίγαντας που κάτω απ' τη θωριά του θα είχε όλους τους ανθρώπους. Και τότε θα ξεχώριζε τη μαύρη, δανεική καρδιά του.

Δεν ήξερε γιατί είχε φύγει. Μάλλον τρόμαξε, μ' αυτόν, με την ίδια, με τα συναισθήματά της, τα πρωτόγνωρα, τα δυνατά. Ήθελε να τα αποτινάξει από πάνω της. Κάθε δέσμευση, κάθε αλυσίδα που την κρατούσε αιχμάλωτη. Κάθε ξόρκι που της είχε κάνει. Κι έτσι πήρε την απόφαση να τρέξει όσο πιο μακριά μπορούσε, μακριά του, μακριά από ένα όνειρο που θα μπορούσε να είχε ζήσει η ίδια και όλοι οι άλλοι, οι ρομαντικοί. Θέλησε την ελευθερία της, μα κάλυψε και πάλι τον εαυτό της, αυτή τη φορά με σώματα τρίτων, της μιας νύχτας, πετώντας τα ρούχα της, καλώντας τους τον έναν μετά τον άλλον να καταπλακώσουν το κορμί της. Το στήθος της ριγούσε και η η καρδιά της πάλλονταν αφύσικα, το αχνό της φως να τρεμοσβήνει και να γίνεται αόρατο κάτω απ' το πάπλωμα της σάρκας. Η ανάσα της τη νύχτα χανόταν ανάμεσα σε ήχους αναστεναγμών. Και κάπως έτσι, εξαφανίστηκε απ' το χάρτη.

Ίσως να μην ήτανε ο ένας. Με κάθε ανάσα αυτή ήταν η σκέψη που έκανε. Ίσως να περίμενε τον επόμενο. Ή να φοβόταν ν' αγαπήσει. Η καρδιά, μοναδική και βυθισμένη στο σκοτάδι, αλυχτούσε με κάθε φεγγάρι που χανόταν.

Χτύπος. Κι άλλο ένα χτυποκάρδι.

Οι σκέψεις στροβιλίζονταν μες το μυαλό του κι ένοιωθε δεμένος χειροπόδαρα σ' ένα πελώριο δίσκο που γυρνούσε με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Κι ήτανε κασκαντέρ και μάγος και ταχυδακτυλουργός και ακροβάτης, μα τις ενοχές δε μπορούσε να τις αποφύγει. Της είχε γίνει ο βραχνάς που ανέλπιστα για κείνον κατάφερε ν' αποτινάξει.

Πόνος. Κι άλλη μία μαχαιριά.

Όσο ρωτούσε κι όσο μάθαινε, από περαστικούς και κάθε γης τυχαίους, έχυνε κι άλλο ένα δάκρυ. Ώσπου γίνανε ωκεανός τα δάκρυα, μα δε θα βούλιαζε προτού τη βρει και κάτω δεν το έβαλε. Και έκανε το πουκάμισο, που κάποτε εκείνη αγκάλιαζε, πανί και τό δεσε στο ξύλινο κατάρτι μιας σχεδίας που του προσέφεραν τα δέντρα. Εκείνα, μαγεμένα, λυπημένα, τους ψιθύρους, τη φωνή και τις κραυγές του με το θρόισμα των φύλλων τους μετέφεραν απ' άκρη σ' άκρη, μα εκείνη δε γυρνούσε.

Θράσος. Κι άλλο ένα βήμα πιο κοντά. Κι άλλο ένα βήμα πιο μακριά.

Το ταξίδι του συνέχιζε, μαζί κι οι ερωτήσεις. Και σκέφτηκε να κλείσει τα αυτιά σε κάθε τι ανούσιο και να τα συντονίσει μονάχα στης φωνής της πια τη μελωδία. Αν την ανέκτησε και πάλι, μετά το λάθος του αυτή να της στερήσει. Και τη θυμόταν να λυγιέται, το μαλλί της να τινάζεται από τη μία, όσο τα χέρια απ' την άλλη ζωγράφιζαν τις λέξεις στον αέρα. Τον αγαπούσε όταν χόρευε. Την αγαπούσε, όταν χόρευε. Και πάλι όταν κοιμόταν. Κι άνοιγε τα μάτια του τη νύχτα για να δει πως δεν την είχε ρουφήξει μέσα του το στρώμα, ούτε η μαύρη τρύπα που είχε για καρδιά.

Τα κύματα τον έφεραν σε άλλη πόλη, σε κάθε της στενό η απορία έμενε η ίδια. Αν κανείς τη γνώριζε ή τη ζωή τους κάποια είχε αλλάξει. Μα ακόμη και όσοι την είχανε αγγίξει, δεν έβλεπαν αυτό που έβλεπε αυτός. Γιατί ήξερε το δώρο που της είχε κάνει και την κατάρα που έφερε μαζί του. Κι όσοι την είχαν πλησιάσει περισσότερο, κάηκαν στις φλόγες της. Και μέσα από τις στάχτες, άγνωστο ακόμη και σε κείνον, ένας σπόρος θα μεγάλωνε.

Οι εποχές περνούσαν και οι άντρες που μαζί της πλάγιαζαν είχανε πλέον λιγοστέψει. Κι έγιναν ένας κι εκείνος έγινε κανένας. Όταν πια πήρε κι απ' αυτόν τα όσα ήθελε, συνέχισε το δρόμο της, αγέρωχη και μόνη. Ή έτσι νόμιζε. Ώσπου κατάλαβε πως είχε σταματήσει η μουσική. Και οι φωνές, οι ανάσες και τα αγκομαχητά δεν ήταν ότι ήθελε να τη γεμίσει. Το χρώμα της έχασε και πανικόβλητη, βρέθηκε να τρέχει μακριά από τα πάντα. Θέλησε να σιγουρευτεί πως είχε ακόμη τη φωνή της και έβγαλε μία κραυγή που θ' ακουγόταν από όλους και θα έφτανε και στα δικά του αυτιά, αν την ίδια στιγμή δεν άλλαζε ο χρόνος κι ο ουρανός δε γέμιζε με όσα χρώματα και μουσικές είχε ξεχάσει.

Τα πυροτεχνήματα σταμάτησαν μονάχα όταν ο ήλιος ξαναπήρε τη θέση του ανάμεσα στα σύννεφα. Ο ίδιος ήλιος που έβγαινε και τότε που μαζί υποδέχονταν την κάθε μέρα. Σταδιακά το κάθε τι φαινότανε μηχανικό κάτω απ' το φως του, σα να πατάει συνεχώς το ίδιο πλήκτρο στον υπολογιστή της και να περιμένει να γράψει κάτι άλλο. Ήταν το αίμα της, το δικό της και όχι το μαύρο το δικό του, που ήταν νέο και ήθελε το κάθε τι καινούριο και διαφορετικό για να κυλήσει με ορμή. Κουράστηκε, βαρέθηκε, βάλτωσε μέσα στη ρουτίνα και τον παράτησε για το κέφι της. Και τότε κατάλαβε το λάθος της, τη χτύπησε κατάμουτρα σαν το χαστούκι που του είχε δώσει εκείνη. Δεν έψαχνε στις λεπτομέρειες. Στη σιωπή. Αφέθηκε και χάθηκε.

Η καρδιά που είχε πια στο στήθος έπνιγε το πάθος, μέχρι που το σκότωσε. Η ίδια όμως, παρέμενε άφθαρτη και συνέχιζε τροφή ν' αποζητάει. Μέχρι που γέμισε και χόρτασε και χτύπησε διπλά. Ένα κομμάτι ξένο και δικό της, που ζούσε πλέον μέσα της, σε λίγο θα γεννιόταν. Κι αυτή, ανυποψίαστη, άρχισε πάλι να χορεύει, μόνη ανάμεσα στο πλήθος, φέρνοντας στο μυαλό ξανά την ίδια εικόνα. Αυτός, να τη χαζεύει, όπως τον χάζευε εκείνη σα μιλούσε. Και ήξερε τι έπρεπε να κάνει. Η απόφαση που θα 'παιρνε ήταν η αντίθετη αυτή τη φορά. Θα γύριζε πίσω, κοντά του. Αν η ζωή δεν είχε τα δικά της σχέδια.

Το δωμάτιο βρωμούσε αγάπη. Ήταν άδειο κι όμως η αγάπη είχε ποτίσει τους τέσσερις τοίχους του κι η αποφορά ήταν τόση, που έφερνε σε κάποιον αναγούλα. Γέμιζε κάθε κενό και κάθε πόρο. Εκείνη, απτόητη, άνοιξε την πόρτα διάπλατα και αντίκρισε το τίποτα. Αφού δεν ήτανε μέσα του αυτός, το χαμόγελο έσβησε απ' το πρόσωπό της και έδωσε τη θέση του στη θλίψη. Θα τον περίμενε εκεί και σύντομα δε θα 'ταν μόνη.

Τα χρόνια περνούσαν για τους άλλους, μα όχι για εκείνον, καθώς τοπία διαδέχονταν το ένα τ' άλλο. Στο μακρύ δρόμο που είχε επιλέξει, οι πόλεις έδιναν τη θέση τους σε πεδιάδες και οροσειρές ατέλειωτες, που άλλοι ως τους πρόποδες ακόμη να έφταναν, θα είχαν σταματήσει. Μα ήταν τέτοια η επιμονή του, που τις σκαρφάλωνε με άνεση. Και ήταν τόσες οι δοκιμασίες που περνούσε, που κάποιος θέλησε να του χαρίσει κι άλλο χρόνο να ολοκληρώσει ό,τι ξεκίνησε. Κι από τις πόλεις που διέσχιζε, οι δρόμοι έμοιαζαν οι ίδιοι, μα τα παιδιά, μεγάλοι και οι μεγάλοι, ακόμη μεγαλύτεροι. Κι είπε, στο τέλος της διαδρομής του, αφού είχε φέρει ολόκληρο πλανήτη μία γύρα με τα πόδια, πως ήτανε καιρός να πάει πίσω. Στο σπίτι που τους ζέσταινε και έχτισαν μ' αγάπη. Θα την περίμενε εκεί και σύντομα δε θα 'ταν μόνος.

--------

Τον πατέρα μου τον υποδέχτηκα σκεπτική. Ένοιωθα άβολα στη θέα του, ενός αγνώστου που εισέβαλλε στο χώρο μου. Αλλά μετά τις τόσες συζητήσεις, ήξερα τα πάντα για εκείνον. Είχα προσπαθήσει πολλές φορές να εγκαταλείψω το σπίτι όπου γεννήθηκα, μα κάτι με κρατούσε εκεί. Ίσως η υπόσχεση που έδωσα σε κείνη, πως θα τον περίμενα όταν η ίδια πια θα είχε φύγει απ' τη ζωή.

Είπε πως μ' αναγνώρισε απ' την καρδιά μου. Πως μοιραζόμασταν την ίδια. Αυτός κι εγώ. Κι εκείνη. Τρόμαξα τόσο που ξέσπασα. Θυμήθηκα τα σωθικά της να την κατατρώνε, μαύρο ποτάμι να τρέχει το υγρό στις φλέβες της και να χτυπάει σαν τρελή η μολυσμένη του καρδιά, ώσπου ν' αφήσει την τελευταία της πνοή.

Όταν του μίλησα όμως για τη μητέρα μου κατάλαβα. Τον είδα να γερνάει μέσα σε λίγα λεπτά της ώρας, μπροστά στα μάτια μου. Και δεν το πίστευα. Μου είπε να μη φοβάμαι, να φανώ δυνατή όπως κι εκείνος. Πώς ήταν πια ευτυχισμένος πάλι. Και βούρκωσα.

Κάθισα μαζί του και έμαθα πολλά. Έζησα τα όσα έζησε και έμαθα να τα διηγούμαι. Ώσπου μια μέρα τον έχασα κι εκείνον. Η στενοχώρια μου με έκανε να γράψω τα όσα μου δίδαξε η ιστορία τους. Να μην τα κρατάω μόνο μέσα μου. Και κατάφερα να προχωρήσω. Και άφησα πίσω μου το σπίτι που μεγάλωσα, γιατί δεν ήμουν κομμάτι της δικής του ιστορίας. Σύντομα θα ξεκινούσα τη δική μου.

Θυμάμαι ακόμη την τελευταία του στιγμή. Κάθισε στην πολυθρόνα του σκυφτός και έβαλε το κομμάτι που αγαπούσε εκείνη, κλείνοντας τα μάτια του. Η μουσική πλημμύρισε τον κόσμο τους κι έτσι και πάλι ήτανε μαζί. Αυτός εδώ κι αυτή εκεί.

Και του φάνηκε σα ψέμα.

_________________________

5 comments:

fighting games said...

You have a real ability for writing unique content. I like how you think and the way you represent your views in this article. I agree with your way of thinking. Thank you for sharing.
unblocked games| unblocked games at school| unblocked games| friv4school| friv for school| friv games| frivgames| kizi2| kizi 2
unblockedgames| unblocked games at school| friv 4 school| friv4school| free online games| free online games| jogos da barbie| kizi

Love KidsTV said...

Thanks for your post. Click to play Plants vs Zombies , Solitaire,Tom And Jerry Games, Brain Games, Happy Wheels , Five Nights At Freddy's

thị hậu nguyễn said...

Wow, fantastic blog layout! How long have you been blogging for? You make blogging look easy. The overall look of your site is excellent, let alone the content!
Here is my site:
happy wheels
super mario bros
pacman
agario

El Taufan said...

Thanks for Sharing That... Sucses for You

findaunionprinter

findaunionprinter

getoifile

getdriversforpc

offlineinstallerfilehippo

theprinterdriver

esoftpedia

filehorse

thesoftpedia

caranddriver

Giải Trí Tổng Hợp said...

Welcomes to google terminal keep sharing such ideas in the future as well.
google snake this was actually EARN TO DIE
what i was looking for,and i am glad to came here! AGE OF WAR 2
Hi! I’ve been reading your blog for a while HAPPY WHEELS
I want you to thank for your time of this wonderful read!!! Slitherio
Amazing insight you have on this, Slither io This article always blew me BIG FARM

LinkWithin

Blog Widget by LinkWithin