Showing posts with label thought. Show all posts
Showing posts with label thought. Show all posts

Friday, February 26, 2010

Thought #107: Death Defying Acts

"Do you know what's really scary? You want to forget something. Totally wipe it off your mind. But you never can. It can't go away, you see. And... and it follows you around like a ghost." - Eun-Ju, A Tale of Two Sisters


Όταν ήμουν μικρός ήμουν ατρόμητος. Θυμάμαι σαν τώρα πως προσπαθούσα να εντυπωσιάσω τη Ζ. και σκαρφάλωσα τα κάγκελα στο μεγάλο δώμα στον 4ο πηδώντας έπειτα από το ένα μπαλκόνι στο άλλο, μια απόσταση γύρω στο 1 μέτρο. Ο φόβος του χαμού απλά με διασκέδαζε.

Όταν ήμουν μικρός ήμουν πολύ αφελής. Η αγάπη δεν κερδίζεται με ένα πήδημα.

Όταν γνώρισα τον Π., πήδηξα κάτω από ένα τοίχο 3+ μέτρα για να αποδείξω στον καινούριο μου φίλο πόσο φοβερός είμαι. Δε σκεφτόμουν το μετά.

Κι αφού μεγάλωσα παρέμεινα αφελής. Η φιλία δε νοιάζεται για το πήδημα.

Ο τρόμος δεν έρχεται στο κενό. Το πρόβλημα είναι όταν χτυπάς με δύναμη στο έδαφος τι γίνεται. Ποιος σε μαζεύει και αν. Η ελευθερία της πτώσης είναι δύναμη. Η απότομη προσγείωση είναι ο θάνατος. Γελοιωδώς πιστεύω πως αν ήσουν εδώ θα λύνονταν όλα τα προβλήματά μου. Και δε θα φοβόμουν και πάλι. Μα τώρα τρέμω τα φαντάσματα. Πρέπει να σταματήσω να σκέφτομαι. Και απλά να πέσω. Μα όταν πέφτω ξαναβλέπω τις εικόνες της ζωής μου. Και εδώ τις καταγράφω...

Monday, February 22, 2010

Thought #106: muted connection


Δεν ξέρω αν ήταν η κούραση που μου έφερε νεύρα. Άλλωστε θεωρητικά πόσο να σε κουράσουν 20 παιχνίδια. Το πολύ πολύ να κλείσει η φωνή μου. Όταν πια δεν αντέχω άλλο, το νερό με αναζωογονεί. Απλά είναι μέρες που νοιώθω παρείσακτος σε μέρος τόσο οικείο. Και όταν τυχαίνει φίλοι να έρθουν, στους οποίους πλέον το βλέμμα χαμηλώνει και το στόμα κλείνει, σα κατάρα, γίνομαι και πάλι άλλος άνθρωπος. Κι αισθάνομαι ακόμη πιο παράταιρος.

Όταν η δουλειά σταματά, μαζί της σταματά κι ο χρόνος και οι άνθρωποι. Μένω μόνος μου στο ταξίδι της επιστροφής και το στόμα δεν ανοίγει πάλι ως την επόμενη μέρα. Συνδέομαι με σένα με ακουστικά και ακουμπώ τα χέρια μου στην τσάντα μου προσεκτικά, γιατί ο μοναδικός συνοδοιπόρος μου έχει ένα μάτι πρόχειρα ραμμένο και δε θέλω να το χάσει.

Απόψε νοιώθω πως θέλω να κλάψω και δε θέλω να είμαι μόνος, γιατί στους εφιάλτες μου υπηρετώ το άλλο σου μισό αγχωμένος, μα χωρίς μίσος. Και μου λείπουν πολλά πλέον. Όση και η δύναμη που έχω χάσει. Ό,τι μου απέμεινε εδώ πέρα είναι ένα πληγωμένο ποντίκι.

Monday, January 11, 2010

Thought #105: Love, Ltd.


Ο έρωτας δεν είναι μια φιγούρα φτιαγμένη από πλαστελίνη. Δε μπορείς να τον πλάσεις. Όσο και να στο ζητήσουν δε μπορείς. Δε θα αποκτήσει την εικόνα του ποτέ, αν αυτό δεν έμελε να γίνει. Ο έρωτας είναι σκληρός. Και σπάνιος. Η φλόγα που τον έψησε τον έκανε έτσι.

Ξεχωρίζει απ' τις κόπιες ο έρωτας. Είναι μοναδικός. Βγαίνει σε περιορισμένα κομμάτια, συλλεκτικά. Και δεν αλλάζει. Δεν προσθέτεις μέλη, δεν τον πειράζεις. Μονάχα τον φροντίζεις. Αν το σώμα μας είναι μια σειρά από ράφια, θα ανέβει στο ψηλότερο ασυναίσθητα, λίγο πιο πάνω απ' την καρδιά. Έτσι ώστε να υπάρχει ο φόβος πως αυτή θα καταπλακωθεί, το ράφι της πια δε θ' αντέξει και θα διαλυθεί.

Ο έρωτας θέλει προστασία. Όπως τα μπιμπελό που ξεσκονίζεις, βγάλε τη σκόνη κι από πάνω του. Μην τον κλειδώνεις σε ντουλάπια. Αυτό δε θα τον βοηθήσει. Μην τον αιχμαλωτίζεις. Να τον δείχνεις με περηφάνεια τον έρωτα, να τον έχεις σε περίοπτη θέση. Να τον περιεργάζεσαι και θα δεις πως μπορεί ν' ανακαλύψεις πάνω του σημάδια που δεν είχες πρότινως προσέξει. Μα θα 'ναι ευχάριστες εκπλήξεις γιατί όταν έφτασε στα χέρια σου ήταν έτσι για σένα και μόνο.

Κι αν κάποια στιγμή απροσεξίας έρθει και κλονίσει την ισορροπία σου, κράτησε όσο πιο σταθερό μπορείς το βήμα. Γιατί αν πέσει κάτω και στα δυο ανοίξει δε θα 'χει νόημα να προσπαθείς να τον ξανακολλήσεις. Η μήτρα που τον γέννησε δε θα 'χει άλλον ίδιο, μετά από τότε καταστράφηκε. Αλλά στο διάβα του θα τύχει άλλος να βρεθεί και νέα πνοή στον έρωτα να δώσει. Και για εκείνον τα κομμάτια θα 'ναι ένα και το δικό του φυλαχτό. Κι ίσως αιώνιο. Κι εσύ όμως μην απελπίζεσαι. Το εργοστάσιο ονείρων ποτέ δεν παύει να δουλεύει, κι όσο μοναδικά κομμάτια και να βγάζει, έχει για όλους κι άλλον έρωτα να δώσει.

Sunday, December 20, 2009

Thought #104: 1000


νεκρά φτερά και τσακισμένα,
δυο φορές τους το καθένα
μια για τη δημιουργία και μια για το χαμό.
τον εξαφανισμό
ανάμεσα σε άλλα, καταπλακώνονται
πουλιά πανομοιότυπα και πτηνά απροσδιόριστα γεωμετρικά κτισμένα.
ράμφη που δεν τα ξεχωρίζεις πλέον από τις ουρές,
χωρίς μάτια, ανήμπορα να ξεγλιστρήσουν από τα ορθογώνια κλουβιά τους.
χωρίς πόδια, σέρνονται
και με μανδύες καλυμμένους από άλλα πλέον χρώματα
μοιρολογούν μες σε κελιά
τα βράδια
κι αντηχούν στο ξύλο που τα περιβάλλει
το θρόισμα των φύλλων.
και δυναμώνουν οι κραυγές και δεν αφήνουν ήσυχο να κοιμηθεί κανένα.
κι όταν η φυλακή ανοίγει για τροφή δεν παίρνουν τίποτα
- τα στόματά τους ψεύτικα και άκαμπτα παρά τις έντονες γωνίες -
μονάχα το βαρύ φορτίο από τους ώμους των ανθρώπων επωμίζονται
ξεχνούνε πια να συνωστίζονται
και γίνονται ένα με το έδαφος.

Thursday, November 26, 2009

Thought #103: crUsh dummy


Είχε αντέξει κοντά μια ώρα χωρίς να σπάσει η φωνή του μα η ερώτησή του ήρθε στα ξαφνικά και ένοιωσε να τον χτυπάει με δύναμη στο πρόσωπο. Έβγαλε τις λέξεις εκείνες μαζί, την ίδια στιγμή, μα το "όχι" πρόφτασε να ξεγλιστρίσει όσο κι αν τα χείλη του είχαν ξεραθεί. Καθώς οι φθόγγοι του έσκιζαν το στόμα μπάλωσε τις πληγές του μ' άλλους τρεις.

Λεφτά, χειραψία, ευχαριστώ, για το τίποτα. Έτρεξε στο δρόμο κι είδε το στόμα του ν΄ανοίγει και πάλι. Αναρωτήθηκε αν έφταιγε η ταχύτητα. Τα κυκλώματά του να μπερδεύονται και να αποζητά τη λύτρωση. Καλώδια να μπλέκονται και τα λάδια να ποτίζουνε την άσφαλτο. Για λίγα λεπτά ένοιωσε πως το σώμα του είχε χωριστεί στα δύο, και βρισκόταν να κοιτάζει στα μάτια τον ίδιο, το βλέμμα καρφωμένο, δυο φορές ο πόνος και δυο φορές η απειλή.

Η σκηνή απλώνεται μπροστά σε ένα λαβωμένο Άργο Πανόπτη που δε θα γνώριζε ποτέ πως ό,τι έχανε θα στόλιζε στο μέλλον κάτι που οι άλλοι θα θαυμάζουν.

Wednesday, October 21, 2009

Thought #102: firing squad


Δε μπορώ να κοιμηθώ. Η υπνηλία που ήρθε και πάλι να παραλύσει το σώμα μου έφυγε στις 11:11 ακριβώς. Κάτι υπάρχει σ' αυτούς τους αριθμούς. Στο απόλυτο μηδέν απ' την απόλυτη μοναδικότητα, αριθμών και εννοιών. Μα βλέπω τις δυαδικές δυάδες. Του 1. Ενός. Η νύχτα μ' έκανε να γυρίσω στα παλιά. Για να φτάσω στο σημείο να γράψω εδώ, αυτό σημαίνει. Το iTunes παίζει όλη την κατάθλιψη, δεν είναι δύσκολο αυτό, ακόμη και στο shuffle να το βάλω μεγαλύτερες πιθανότητες έχει να κάνει κάποιον να τα βάψει μαύρα παρά να χαρεί. Απλά δε θέλω να σκέφτομαι. Δε ζητάω από κανέναν τίποτα. Και δεν απαιτώ ούτε και περιμένω. Αν κάποτε ζητήσω, ευγνωμονώ και μόνο την προσπάθεια. Μα όταν κλείνω τα μάτια μου βρίσκομαι στο εκτελεστικό. Τι ειρωνικό. Βλέπω πως δε θα βλέπω σε λίγα δευτερόλεπτα. Με την εκπυρσοκρότηση θα αναρωτιέμαι ποιο είναι μου είναι αυτό που νοιώθει, αν η ψυχή είναι τόσο άτρωτη όσο λένε. Και αν βρεθώ στους δρόμους, επαίτης, θα φέρω ένα τραύμα μεγαλύτερο, φτωχομπαλωμένο. Στο σώμα η πληγή θα έχει κλείσει λάθος γι' άλλη μια φορά και βγάζοντας τα σκάγια θα κλαίω την παιδική μου αθωότητα κραδαίνοντας για όπλο μου το φόβο.


Friday, August 21, 2009

Thought #101: Day of reCreation


Την πρώτη μέρα δημιουργήθηκα. Κι ερωτεύτηκα τη ζωή. Μα δε με ανακάλυψα μέχρι αργότερα.

Τη δεύτερη μέρα έψαξα. Και βρήκα. Και δεν ήτανε για μένα.

Την τρίτη μέρα απογοητεύτηκα. Και σταμάτησα να ψάχνω. Έτσι απλά.

Την τέταρτη μέρα περίμενα...

Την πέμπτη μέρα δημιουργήθηκες. Και σταμάτησα να περιμένω. Γιατί γνώριζα πως δε χρειαζόταν να ταλαιπωρούμαι άλλο. Ούτε να βασανίζομαι. Ούτε να γεμίζω το μυαλό μου με περίπλοκες σκέψεις και τη ψυχή μου με το άγχος από το βάρος ευθυνών μελλοντικών κι ανύπαρκτων. Ήξερα. Ένοιωθα κάτι. Και σε έβλεπα από μακριά. Μα άρχισες να περιμένεις εσύ. Ως την έκτη μέρα.

Την έκτη μέρα γνωριστήκαμε. Την έκτη μέρα μου έφυγε το άγχος. Ως δια μαγείας. Για πρώτη φορά. Και έζησα για δεύτερη φορά την πρώτη μέρα. Της επαναδημιουργίας. Η πρώτη μέρα μιας δυαδικής δυάδας, μιας τετράδας. Πολύς αέρας και λίγη φωτιά.

Την έβδομη μέρα δεν ξεκουραστήκαμε καθόλου. Τη ζήσαμε στο έπακρο.

Την όγδοοη μέρα ζήτησα έναν κλώνο σου. Ή και πολλούς. Για να μειώνει την απόσταση αυτές τις ώρες. Για να ζήσω ως την ένατη. Κι ακόμη παραπέρα.

Saturday, June 27, 2009

Thought #100: binary 01101100011011110111011001100101

Ζωγράφισα έναν πίνακα. Δείχνει ένα ζευγάρι φρύδια, ένα σαγόνι και δυο γόνατα. Έχουν πάρει τη θέση τους γύρω από ένα πρόσωπο φτιαγμένο από μηδενικά και ένα. Για χέρια έχει καλώδια και στη θέση των ματιών του μία κάμερα. Στο φακό της είδα ξαφνικά εμένα. Κι όσο και να ήθελα, δε μπορούσα να με δω καθαρά. Κι όσο και να φοβάμαι, θέλω να συμπληρώσω την εικόνα.


Tuesday, February 10, 2009

Thought #99: stuck on repeat

light graffiti 03

Έχει για σύμβολο ένα βέλος που σχηματίζει ένα πεπλατυσμένο κύκλο, μία έλλειψη. Και συμβολίζει την έλλειψη τόσο μοναδικά, συμπληρώνοντας με ήχους τη σιωπή. Οι ίδιοι ήχοι, οι ίδιες νότες, η ίδια μελωδία. Μέσα στη σιωπή. Και τους ήχους. Τους θορύβους.

Δεν άκουγα το όπλο που εκπυρσοκρότησε, στέλνοντας τη σφαίρα από την κάννη του κατευθείαν στην καρδιά μου. Κι ας ήμουν αιμόφυρτος, στο κρύο πεζοδρόμιο μιας ξένης χώρας, τα ακουστικά ήταν ακόμη στα αυτιά μου και μου σιγοτραγουδούσε, πως θα άπλωνε τα χέρια του για να καλύψει ολόκληρη πόλη, πως ευχόταν να ανοίξω τα μάτια μου και να συνειδητοποιήσω τι βρίσκεται τριγύρω μου, τι χάνω, κλεισμένος μέσα και στον εαυτό μου.

Από τη χαραμάδα που είχαν αφήσει τα βλέφαρά μου καθώς έκλειναν έβλεπα ελάχιστα. Μα ούτε και άκουγα κάτι. Άλλο από τη φωνή του. Δεν ξέρω ποια φορά ήταν που έπαιζε το τραγούδι αυτό. Δε μετρούσα, δεν ένοιωθα. Ήμουν χαμένος μέσα του κι ο κόσμος στριφογύριζε. Με ρουφούσε μία πελώρια μαύρη δίνη που έμπλεκε πια τους ήχους από έξω, αυτούς που τα αυτιά μου απέκλειαν. Τις κραυγές της, τις σειρήνες, τον κόσμο που μαζεύτηκε γύρω από το σώμα μου, τις φωνές. Τον κόσμο που με αποχαιρετούσε, σα να με είχε ρίξει σε μια λεκάνη τουαλέτας και να με είχε αποβάλλει, τραβώντας το καζανάκι. Η ίδια δίνη, που με εξαφάνιζε.

Και πνιγόμουν. Και καθώς ένοιωθα να σβήνω, ένα χέρι σα να έβγαινε απ' το πλήθος. Με τραβούσε κι ήμουν ξανά στα πόδια μου και εγκατέλειπα τον εφιάλτη. Της επανάληψης. Το βέλος ξετυλίχθηκε και άνοιξε κι απλώθηκε και έγινε ευθεία.

Και μπόρεσα ξανά να δω μπροστά. Και το τραγούδι άλλαξε.

Sunday, January 25, 2009

Thought #98: Tug-o-war


Δε θυμάμαι από πού ξεκίνησα. Θυμάμαι όμως το 8. Και το 4. Το 8 για πολλά χρόνια. Από αυτό προχώρησα πια στο 9, αλλά σα να νοιώθω πως η ζωή μου βρέθηκε ξανά στην αρχή. Όχι στο μηδέν. Δε θυμάμαι από πού ξεκίνησα.

[...]

Άλλαξα κατά τη μεταφορά. Άλλωστε από τα πρώτα πράγματα που αγόρασα ήτανε ψαλίδια. Γύρισα πίσω το κεφάλι μου και κοίταξα αυτό που με κρατούσε πίσω, δέσμιο να περπατάω επιτόπου και ποτέ μπροστά. Το σκοινί που μας έδενε είχε γίνει τόσο χοντρό, που έμοιαζε πια κορμός δέντρου, ριζωμένος βαθειά σε μνήμες και κομμάτια του μυαλού που όριζαν την κάθε κίνηση. Μα μου πήρε μόνο μια στιγμή για να το κόψω, τον ομφάλιο λώρο που μου έτρεφε τα πάθη και τις ηλίθιες ψυχώσεις και πρόβαλλε στα μάτια μου εικόνες που ήθελα να δω.

Άλλαξαν τα πράγματα. Άφησα πόρτες ανοιχτές χωρίς αποχαιρετισμούς, άφησα πόρτες ανοιχτές μήπως και επιστρέψουν άλλοι. Μα σταμάτησα να τις ελέγχω, να έχω λίστες και υπογραφές με κάθε είσοδο και έξοδο, να λογαριάζω και να ονοματίζω. Σταμάτησα να νοιάζομαι. Μάλλον κουράστηκα, βαρέθηκα, έχασα το ενδιαφέρον.

Και ξαπλώνω στο κρεβάτι μου με το βλέμμα μου στραμμένο σε κείνο το δωμάτιο να βλέπω φιγούρες να πηγαινοέρχονται, όσο νωχελικά τελειώνω τη μια σειρά μετά την άλλη, γεμίζοντας το χρόνο μου μα παραμένοντας κενός.

Πλέον ζω στο 9. Το μόνο που δεν ξέρω είναι για πόσο...

Wednesday, November 05, 2008

Thought #97: wall of sound


. Τελεία. Τέλεια. Συνέχισε να διαβάζεις. Μη σταματήσεις τώρα. Δέσμιος γραμμάτων, λέξεων, κειμένων... Για χρόνια ήξερες να ξεπεράσεις την τελεία, ακάθεκτα διαβάζοντας το λίγο παρακάτω μη βοηθώντας καν το σώμα σου με οξυγόνο να τραφεί σα βρίσκεται στην πορεία όποια στίξη, να απαγγείλεις ποιήματα με μια αναπνοή -

Στο κόμμα η γλώσσα σου ξεμπερδευόταν, απ' το φράγμα των χειλιών σου ξεγλιστρούσε, χτυπώντας σε μάγουλα και δόντια λόγια σε σάλιο βουτηγμένα στ' αυτιά μου μελωδίες μεταφέροντας

και στου βιβλίου το τέλος όταν έφτανες ανάποδα το γύριζες
φυσούσες τις σελίδες μιλώντας κάτω απ' την ανάσα σου ακόμη
και πάλι απ' την αρχή το ξεκινούσες
αν δίπλα σου πια άλλο δε στεκόμουν -

θεωρούσες πως θα έσπαγε το μαγικό που έπλασες απ' την παραμικρή παρεμβολή ή διακοπή στο συνεχές εκείνο υφαντό των ήχων που πλάι μου ξεδίπλωνες

μήπως κι οι αόρατες κλωστές του με κρατήσουν

Μα εγώ δεν ήμουν έτσι
ήθελα συνέχεια να τρέχω και όχι να μιλάω
γεμάτος με φωνές καιρό που ήθελα να εξαφανίσω
τα πόδια μου θεόρατα πια από τα μίλια που 'χαν διανύσει
για να γλιτώσω απ' όποιο δίχτυ και αν άπλωνες

να συγκεντρώσω πάλι τις δυνάμεις μου
στιγμή να ξαποστάσω δεν την είχα
μα αν ποτέ την έβρισκα και έφτανε σε μένα η φωνή σου
απλά τα χέρια μου απ' τις τσέπες απραγίας θα έβγαζα
και θα 'κλεινα για πάντα τα αυτιά μου
στον ήχο της συχνότητάς σου
με την ελπίδα να συντονιστώ σε άλλη προτιμότερη για μένα

Sunday, October 26, 2008

Thought #96: HEAVEN


Ξερίζωσα τα μάτια μου και τα κόλλησα πάνω στα δικά του. Ίσως έτσι πάψουν τα λόγια από στόματα σωμάτων μες την άγνοια, οι επιθέσεις συμπεριφοράς και η απογοήτευση η ζωγραφισμένη στις χαρακιές του προσώπου. Με μία κίνηση του χεριού του τα πήρε, τα ξεκόλλησε, σα να έβγαζε ένα επίπονο τσιρότο και τα πέταξε κάτω, καταμεσής του βούρκου.

Τα μάτια του θόλωναν, ποδοπατούνταν, βυθίζονταν μες τη βρωμιά και πάσχιζαν να συνεχίσουν το έργο που τους δώθηκε. Ο άλλος συνέχισε με χαμόγελα ως την έξοδο, χορεύοντας μόνος, με άλλους, εγκαταλείποντας ένα κουφάρι που αν είχε επιλογή θα έψαχνε για άλλα μάτια που απορρίφθηκαν και όχι τα δικά του, μήπως ξεχωρίσει ως ξένος ανάμεσα στους ξένους. Από τις τρύπες που παρέμεναν κενές δάκρυα πια έσταζαν, "για το γαμώτο", από οργή και αντίδραση, ή κι από λύπη. Είχε χάσει την ανάσα του καθώς τον πλησίαζε και ό,τι πιο πολύτιμο είχε, πλέον είχε λιώσει κάτω από σόλες.

Είχαν συνηθίσει να βλέπουν παπούτσια, κατέτασαν εικόνες σε κάστες και αργότερα πιο έμπειρα σε ομορφιά. Δεν ήταν εύκολο να ρίχνει το βλέμμα στο πάτωμα και το μυαλό του σε αχρηστία κάθε φορά που έφευγε από το σπίτι ή έχανε τη θέση του στις παρέες. Μέχρι κάποιος να του προσφέρει πια μία ματιά και να του δείξει τι έχανε τόσο καιρό, θα κυκλοφορούσε με το κεφάλι ψηλά, με δύο τρύπες αντί για μάτια, πιο θαρραλέος από ποτέ, ο "όμορφος" για τυχαίους γνωστούς που του θύμιζαν την ανεξήγητη χαρά ορισμένων που όταν τον αντίκριζαν τον άγγιζαν αλλιώτικα. Χωρίς ντροπή για τίποτα θα περπατήσει, μιας και δε θα είναι ικανός να δει την κατακραυγή, την αδιαφορία και το γέλιο, ίσως μόνο να τα ακούει. Αλλά δεν ήθελε να χάσει όλες τις αισθήσεις του ακόμη. Μα να τις ξανακερδίσει πίσω και πιο έντονα.

Tuesday, August 05, 2008

Ο κλέφτης των πάντων και ο κλέφτης του πάντοτε (μέρος 3ο)


Όταν άνοιξε τα μάτια της, το μόνο που έβλεπε πυκνό σκοτάδι. Η νύχτα ακόμη δεν είχε εγκαταλείψει την πόλη. Το βιολογικό της ρολόι είχε καταστραφεί. Ήταν η τέταρτη φορά σε μια βδομάδα. Αυτή που πάντα ζούσε με πρόγραμμα...

Ενστικτωδώς, ακούμπησε την κοιλιά της στοργικά, και με τα δύο χέρια, τη χάιδεψε και έγυρε να ξανακοιμηθεί. Μα δε θα ήταν ούτε πέντε τα λεπτά και το κουδούνι πάλι χτύπησε, ο διαπεραστικός ήχος που πλέον μισούσε μα της είχε γίνει απαραίτητος. Στιγμιαία ήλπισε να είναι εκείνος, μα όχι. Ένας άλλος θα ήτανε στην πόρτα, έτοιμος γι' αυτήν, ξελιγωμένος... Κι αυτή απροετοίμαστη.

Έκανε να φορέσει τα πεταμένα και ιδρωμένα ρούχα που αγκάλιαζαν το πάτωμα και όχι το κορμί της, αλλά το ξανασκέφτηκε και του άνοιξε γυμνή. Αυτό που ήθελε να δει. Ένα κομμάτι κρέας.

Από το φως του διαδρόμου όμως, το σώμα της φάνταζε μ' αγάλματος, σμιλεμένο επιμελώς, θελκτικές καμπύλες το κάλυπταν. Ήξερε τι είχε και έλεγε πως αν έσπαγε κάποτε και τον τελευταίο ηθικό φραγμό, θα το πουλούσε για να ζήσει ακόμη πιο άνετα. Μ' ένα της νεύμα στο κρεβάτι τον προσκάλεσε και έκλεισε τα μάτια.

Στα χρόνια της απελπισίας της μετρούσε ανδρικά κορμιά να πέφτουν πλάι της εκατοντάδες και να γεμίζουνε τη μνήμη στο κινητό και το κεφάλι της, ένας δικός της παράνομος στρατός αχόρταγων. Είχε αργήσει να μεγαλώσει, να βγει από την εποχή που όλα γι' αυτήν ήτανε ροζ όσο τα φουσκωμένα μάγουλά της. Που οι μόνοι εραστές που γνώριζε έρχονταν σε κουτιά, ευνουχισμένοι φίλοι μιας φτιασιδωμένης Barbie. Μετά ήρθε εκείνος και όλα έγιναν τόσο γρήγορα... Βιαστικά... "Βιάστηκα". Να ερωτευτεί και να δωθεί. Ολόψυχα.

Δάκρυα συγκρατούσαν τώρα τα μάτια της, αβέβαιη αν έφταιγε το χέρι του που της μελάνιαζε το κορμί ή οι σκέψεις που με τίποτα δεν έμπαιναν σε κούτες ν' απομακρυνθούν και σώμα και μυαλό να καταλαγιάσουν. Είχε μείνει κολλημένη στον έναν, αυτή, η γκόμενα των πολλών. Ό,τι είχε αφήσει πίσω του δε θα το έβλεπε ποτέ, κι όμως θα ήταν ευτυχισμένος. Αυτή όμως είχε χάσει τα πάντα και πιο πολύ της έλειπε η παιδική της αθωότητα.

Τον έδιωξε με το που τελείωσε, δε θα μάθαινε ούτε τ' όνομά του. Δεν την ένοιαζε. Τίποτα δεν τη γέμιζε. Μόνο οι στιγμές στις οποίες ένοιωθε να εξαφανίζεται. Πόσο ειρωνικό... Γέμισε τη μπανιέρα και μπήκε μέσα. Χάθηκε, από τον κόσμο και τα προβλήματά της, βουλιάζοντας στο ζεστό νερό με μια βαθειά ανάσα. Κι ούτε που πρόσεξε το αίμα...

Οι ατμοί θόλωναν το παράθυρο του μπάνιου και έκρυψαν το χαμόγελό του. Ήταν η πιο μεγάλη νύχτα του χρόνου και το χιόνι μόλις είχε αρχίσει να πέφτει...

(συνεχίζεται...)



Wednesday, July 16, 2008

Ο κλέφτης των πάντων και ο κλέφτης του πάντοτε (μέρος 2ο)


Από το παράθυρο ίσα που αχνοφαίνονταν πίσω από τις τραβηγμένες κουρτίνες. Κι όμως συνέβαινε...

Το σώμα της έπιανε μετά βίας τα τρία τέταρτα του κρεβατιού. Έτσι πως είχε μαζευτεί ολόκληρη, σε μια μπάλα σα μωρό, στα υγρά σεντόνια που είχανε μουλιάσει με τα δάκρυά της, ούτε που τον άγγιζε.

Ξάπλωνε δίπλα της μισοκοιμισμένος και δεν έδινε σημασία. Σκεφτόταν να σηκωθεί να πάει ως την κουζίνα να φτιάξει κάτι να φάει, αλλά και μόνο στη σκέψη ένοιωσε να βαριέται. Να σερνόταν ως τον υπολογιστή για να δει αν του είχε μιλήσει; Είχε γεμίσει ένα τασάκι περιμένοντας. Στο διάολο κι αυτός. Σκεφτόταν... Όλα για τον εαυτούλη του. Αυτήν πάντως όχι. Την είχε δει να χάνεται μπροστά του μέσα σε λίγα λεπτά, να σπάει, να τρέμει, να ξερνάει το άδειο της στομάχι και όλα για ένα τίποτα. Και μια, και δυο, και τρεις φορές. Τον μισούσε γιατί την έκανε να φαίνεται ηλίθια στα μάτια του. Σιχαινόταν να τη βλέπει έτσι. Να ερωτεύεται μια οπτασία που πέρασε και δεν ακούμπησε. Έναν αόρατο άνθρωπο.

Τον ήθελε όσο τίποτα, αυτό ένοιωθε. Και δε μπορούσε πια να συγκεντρωθεί πουθενά. Στη δουλειά την προειδοποίησαν. Ο άλλος δεν καταλάβαινε. Του ευχήθηκε κάποτε να το πάθει για να δει πως τα αισθήματα θα ξεχειλίσουν και θα τον καταβάλουν. Πίστευε πως του έλειπαν τα ανθρώπινα συναισθήματα. Δεν ήταν παλιά έτσι. Έκλαιγε μαζί με άλλους για τον πιο παιδιάστικο πόνο. Τώρα; Δεν ήθελε να ακούει το όνομά του, έλεγε πως θέλει να τον διαλύσει. "Καμία βάση", μονολογούσε, το πρόσωπό του ξαφνικά ανέκφραστο. "Καμιά συμπόνοια", θα έλεγε αυτή.

Μα πώς... Εδώ δεν κοιτούσε το χάλι στο οποίο βρισκόταν ο ίδιος. Έβλεπε έξω απ' το παράθυρο, σκοτάδι στην πόλη, ούτε άστρο να φωτίζει, μαύρη κι η ψυχή του. Κι ήθελε να το σπάσει και να φύγει κάτω, δέκα ορόφους κάτω, να γίνει ένα με το κρύο πεζοδρόμιο, να τον φάνε τα σκυλιά, δεν ήθελε άλλο να ζει. Καταριόταν όποιον του έκλεψε το χαμόγελο και τότε σα να του φάνηκε πως είδε κάτι να κινείται εκεί έξω.

"Ακόμα κι οι σκιές χλευάζουν τα κουφάρια μας"... ήταν η τελευταία του σκέψη πριν αποκοιμηθεί.

(συνεχίζεται...)

Saturday, July 12, 2008

Ο κλέφτης των πάντων και ο κλέφτης του πάντοτε (μέρος 1ο)


Είχαν περάσει μόλις λίγα λεπτά από τη στιγμή που αποφάσισε να σταματήσει σ' εκείνη τη σκεπή. Τα ρούχα του πιο μαύρα κι απ' την πίσσα, κι ας προτιμούσε πιο πολύ το γκρι, το χρώμα που 'χε εικόνα σαν τη στάχτη και θύμισες νεκρών. Όπως αυτούς που είχε πάλι κάποτε επιλέξει.

Ένα με τη σκοτεινιά της νύχτας, ήταν αποφασισμένος να βάλει το σχέδιό του σε εφαρμογή. Έλυσε τη ζώνη που έκανε το μακρύ μαύρο παλτό να αγκαλιάζει σφιχτά τη μέση του και ξεκούμπωσε δύο κουμπιά απ' το πουκάμισό του. Και τότε άνοιξε το στόμα. Το δεύτερο, το τερατόμορφο, με την ακόρεστη δίψα για τροφή. Ένα γεύμα αλλιώτικο απ' τ' άλλα, ζεστό, χορταστικό, όσο κανένα.

Ήλπιζε κανείς να μην τον διακόψει εκείνη τη βραδιά, η αποστολή του ήτανε σημαντική κι αυτή που τον κρατούσε στη ζωή. Κι αν τύχαινε να τον δει, εκεί ψηλά όπου βρισκόταν, κάποιος από τους ζωντανούς, ήτανε σίγουρο πως απ' την όψη του και μόνο θα έσβηνε μεμιάς και μάτια σε κανέναν δε θα άνοιγε ξανά.

Τον πλήγωναν εκείνες οι... "παράπλευρες απώλειες". Ή έτσι θεωρούσε. Δεν ήξερε. Ένοιωθε σουβλιές στα σωθικά του, μα πιθανόν να ήταν η γλώσσα η δαιμονική που του σταζε χολή πια μέσα, γιατί δεν ήθελε μια τέτοια γεύση.

Η επιλογή είχε γίνει χρόνια τώρα. Και πάλι χρόνια ήταν που πέρασαν, οι κατάσκοποι που ζούσαν στις σκιές, να συλλέγουν πληροφορίες για κάθε έναν ξεχωριστά, να είναι σίγουρος Εκείνος πως ήταν το βάλσαμο που επιζητούσε για ένα ανήσυχο στομάχι.

Ο μυς που ξετυλίχτηκε γεμάτος σάλιο και χολή, έκανε την ατμόσφαιρα να μυρίζει από τη σαπίλα ενός υποκόσμου, τόσο βαθειά χωμένου στα έγκατα της γης που θα 'λεγε κανείς πως δε θα γλίτωνες ποτέ. Κι ενώ το υπόλοιπο κορμί απαρασάλευτο στεκόταν, η γλώσσα αυτή ξεκίνησε να πάλλεται, χορό δαιμονικό να σέρνει, δίνοντας στον άερα με το ρυθμό της εντολές να φέρει πιο κοντά το πρώτο θύμα...

(συνεχίζεται...)

Saturday, June 28, 2008

Thought #95: (s)layers

Καθώς το ένα μου εγώ αργοπεθαίνει, είναι πολλές ακόμη οι στρώσεις που καλύπτουν τον πραγματικό μου εαυτό. Εκεί, προστατευμένος, όπως μου μαθαίνει αυτό που μου έδωσες, κοιμάται εκείνος που ελάχιστοι γνωρίζουν.


Friday, June 20, 2008

Thought #94: Autophagy


Συνέβη ασυναίσθητα. Μια υπόσχεση που αθέτησα χωρίς να το σκεφτώ. Για πρώτη φορά μετά από ένα χρόνο. Σχεδόν... Είχα ξεκινήσει απ' τις άκρες των δαχτύλων μου. Δεν άντεξα. Χωρίς να το καταλάβω, είχα βρεθεί να καταπίνω το ένα δάχτυλο μετά το άλλο, έστω κι αν τα κομμάτια ήταν αρχικά πολύ μικρά. Δε θα έμενα στα νύχια. Δεν ήταν άγχος. Ήταν κάτι χειρότερο. Ήθελα να σπάσω τη συμφωνία. Να αθετήσω το λόγο μου. Να αντιδράσω για τα δεσμά που μου επέβαλλα. Μ' ένα χέρι λιγότερο και δεν ένοιωθα πόνο. Μόνο ευχαρίστηση.

[...]

Να με κατατρώω και απ' έξω όπως σάπιζα από μέσα. Ήταν ακατάληπτο το πως τα δόντια μου ήταν ικανά να κόψουν τόσο εύκολα τη σάρκα, να την ξεριζώσουν και να τη μασήσουν. Εξαφανιζόμουν ολοένα και προς τα μέσα, ενώ το πάτωμα είχε γεμίσει αίματα. Μια ακατάσχετη αιμορραγία, είχα βαφτεί κόκκινος μα συνέχιζα. Δεν ήταν κανιβαλισμός, ήταν αυτοφαγία. Η μεγαλύτερη βλασφημία που θα μπορούσα να έχω κάνει έπειτα απ' όσα είχα δώσει όρκο να μην κάνω. Να βουτηχτώ σε ακάθαρτο αίμα από μια καρδιά που σιγοέσβηνε με κάθε δαγκωματιά.
...And I can't believe
How I've been wasting my time

In 24 hours they'll be
laying flowers
on my life, it's over tonight...
Jem - 24


Saturday, June 07, 2008

Thought #93: weighing moments


Αναρωτιέμαι αν όσα έχω κάνει, όσα δεν έχω κάνει και όσα θα ήθελα να έχω κάνει έχουν καμία σημασία. Από την άλλη, όσα κάνει κάποιος πώς ζυγιάζονται με όσα επίσης έχει κάνει; Τα καλά και τα άσχημα. Προς τα πού κλίνει η ζυγαριά; Μπορεί το ένα (1) να είναι βαρύτερο των τεσσάρων (4); Χρόνων, στιγμών, ιστοριών και δακρύων; Και να λέει κάποιος πως... "χάθηκε μονομιάς"; Η μια μέρα χαράς εξαλείφει όσες πόνου ακολουθήσουν; Και τι πραγματικά αξίζει; Το βαρύτερο τίμημα είναι δυνατό να σβήσει από το μυαλό κάθε μνήμη;

Νόμιζα πως δεν είναι υπολογιστής ο άνθρωπος να πατήσει το delete τόσο ψυχρά όσο το κάνει το δάχτυλο στο πληκτρολόγιο. Ακόμα και τότε όμως κομπιάζει έστω και ασυναίσθητα για κλάσματα του δευτερολέπτου μήπως κι αυτό που εξαλείφει είναι τελικά πιο σημαντικό απ' ότι θεωρούσε. Και στον κάδο ανακύκλωσης του δίνεται ένα περιθώριο χάριτος πριν την οριστική διαγραφή. Είναι θέμα επιλογών. Μήπως και επαναφερθεί στο ψυχρό σύστημα.

Ίσως βέβαια τα μηνύματα να έρχονταν και να τα απέκλεια, κλείνοντας άλλοτε τ' αυτιά κι άλλοτε τα μάτια, και η αναμονή μου στον κάδο να υπήρχε. Γιατί αν δεν υπήρχε, τότε σήμαινε πως η πορεία μου δεν ήταν παράλληλη ποτέ, αλλά δεν υπήρχε ούτε κι αυτή. Ήμουν μια διακεκομμένη γραμμή που προσπαθούσε να εξαφανίσει οριστικά. Και όσο αυτή προσπαθούσε να ακουμπήσει πάνω στην ευθεία που χάραζε ο ίδιος, δεν της το επέτρεπε.

Όταν με τη σειρά της για μια στιγμή διεκόπη και τρύπωσα στο κενό, ίσως να μην ήθελε εξ αρχής να συμβεί κάτι τέτοιο. Και να πήρε το μολύβι, να χάραξε μια άλλη ευθεία σε μια σελίδα που εγώ δεν είχα θέση. Όμως το πάχος του χαρτιού μου επέτρεπε να βλέπω τι συμβαίνει. Και πάλι προσπάθησα αλλά μάταια.

Μέχρι που ήρθε στις ζωές μας πάλι το ένα (1). Ένας - μήνας, μία - στιγμή, , ένα - παραστράτημα. Από πότε το ένα (1) έγινε μεγαλύτερο του τέσσερα (4); Εκτός κι αν δεν υπήρχε χώρος για μένα καθόλη τη διάρκεια σε κείνο το βιβλίο να χαράξω και γω τη γραμμή μου. Μα βρισκόμαστε στην εποχή των υπολογιστών. Όχι άλλο χαρτί στην εποχή που όλα γίνονται ακαριαία, χωρίς δεύτερη σκέψη, χωρίς τύψεις. Ψυχρά. Ασυναίσθητα χωρίς συναισθήματα... Με το πάτημα ενός κουμπιού.

Monday, June 02, 2008

Thought #92: untagged


Ο homme sweet homme μου είπε:

Στην πράξη, ένας [...] κυκλοφορεί με μία πέτρα και ένα σκοινί στην τσάντα. Αν πιστέψει πως το αξίζεις, θα τα συναρμολογήσει και θα πέσει στο ποτάμι, τη στιγμή ακριβώς που θα τού το ζητήσεις. Κι επειδή είναι τόσο αφοσιωμένος, δεν μπορεί να συγχωρέσει. Ούτε να εξηγήσει, φυσικά.

Ορισμένες φορές σκέφτομαι πως δε μπορεί ούτε να αγαπήσει. Ή να εκτιμήσει. Να νοιώσει, να αισθανθεί, να δείξει συναισθήματα. Δε θέλω να φτάσει στο δικό μου άκρο. Θέλω κάτι παραπάνω από μια απρόσωπη προγραμματισμένη αντίδραση γενικότερης απάθειας.

Και γω λειτουργώ με τον ίδιο τρόπο. Ανεβάζω. Όσο πιο ψηλά γίνεται. Φταίει ο υπερ-ενθουσιασμός. Οι αυτόματες ταμπέλες. Είναι η τιμωρία μου. Να κυκλοφορώ με ένα από αυτά τα μηχανάκια που έχουν στα σούπερ μάρκετ και βγάζουν τις αυτοκόλλητες ετικέτες στα προϊόντα. Και οι τιμές που βάζω, αυτά που δίνω, είναι τα μέγιστα. Δεν απαιτώ. Περιμένω. Την ανταπόκριση.

Δε λειτουργούν όλοι το ίδιο. Άλλοι στάζουν την αγάπη με το σταγονόμετρο, λίγη τη φορά, δεν περιμένουν τίποτα. Εγώ πνίγω. Μεταμορφώνομαι σ' ένα τέρας που μπροστά στα μάτια του βλέπει ό,τι αγαπάει περισσότερο και δεν αφήνει να ξεγλιστρήσει, να κατρακυλήσει κάτω στη σκάλα που έχει φτιάξει στο μυαλό του. Τα "πταίσματα" για μένα σε αφήνουν σταθερό εκεί ψηλά. Σε αυτά που θεωρώ αδικήματα το πόδι σου γλιστράει, χάνει το πάτημα, κοντεύει να πέσει, μα δεν το επιτρέπω.

Παλεύω με νύχια και με δόντια για ελάχιστους. Γιατί όλοι ξεκινούν από την κορυφή. Στην αχαριστία η σκάλα εξαφανίζεται. Δεν υπάρχει καν πάτημα, κράτημα, βοήθεια καμία. Γκρέμισμα από τον ουρανό, έκπτωτος στην κόλαση. Ανοίγω τότε το στόμα μου φτύνοντας πύρινα λόγια όσο τα νύχια μου μπήγονται πια στο κορμί, το δικό μου άγγιγμα ποτισμένο με δηλητήριο.

Είχα ορκιστεί να μην το ξανακάνω. Νοιώθεις το μεγαλύτερο θύμα μετά. Όταν το γυαλί ραγίσει δεν ξανακολλάει. Μα τώρα προσπαθώ να μαζέψω τα κομμάτια. Για άλλη μια φορά. Δε θα χτυπήσω την ενοχή. Θέλω την κατανόηση. Και ίσως φορέσω πια φίμωτρο στην καρδιά μου και διαλύσω και το μηχανάκι. Να αλλάξει το μέλλον. Αν... είναι θέμα ωρών πλέον.



Tuesday, May 20, 2008

Thought #91: And then it hit me...


- Get off the bus.
- I can't.
- Why not.
- Because... because it doesn't hurt here. I don't want to be in pain, I don't want to be miserable.... and I don't want him to hate me.
- Well, you can't always get what you want.

House, S04E16, Wilson's Heart

It takes the pain of a wreck. And realization hits home...


LinkWithin

Blog Widget by LinkWithin